Συνέντευξη στον Γιώργο Καρεκλίδη, διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» του Βόλου. Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2000
Θα ήθελα να ήμουν εκεί ψηλά. Δεν ξέρω … αλλά με ελκύει το άγνωστο.
Θα ήθελα να ιδώ τη Γη από το Φεγγάρι».
Ο μαθηματικός – αστρονόμος Κώστας Μαυρομμάτης, μας οδηγεί σήμερα στον δικό του κόσμο, αρκετά διαφορετικό από αυτόν που μέχρι σήμερα μας μετέφεραν οι καλεσμένοι μας στα «ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ».
Οι μνήμες γυρίζουν πίσω πολλές 10ετίες. Τα παιδικά χρόνια στα Κανάλια Καρδίτσας και αυτό που μένει στο μυαλό του είναι ο Αυγερινός. Τότε, πεντάχρονο αγόρι κοίταζε στον ουρανό και ξέρει ότι πρέπει να σηκωθεί από το κρεβάτι του για να πάει στα καπνοχώραφα. Όλοι στο χωριό αυτό έκαναν και ο μικρός Κώστας έμαθε να στρέφει το κεφάλι προς τον ουρανό και να ξυπνά με τον Αυγερινό και να φεύγει από το χωράφι με την Πούλια
Του άρεσε τις μοναχικές στιγμές να παρακολουθεί τα παιχνιδίσματα των αστέρων, να βλέπει να γίνεται το Φεγγάρι πότε ολόγιομο και πότε μισοφέγγαρο ή στη χάση. Κάποια στιγμή τρόμαξε, όταν ήταν 8 ετών, ένα βράδυ του Αυγούστου στην Κατοχή. Νόμισε ότι βρισκόταν στο Διάστημα. Ίσως αυτό τον έκανε να παρατηρεί και να τον γεμίζει μαγεία το άγνωστο που έβλεπε ψηλά. Ίσως και αυτό να τον ώθησε να γίνει μαθηματικός.
Καθηγητής στο Βόλο από νεαρή ηλικία, ο Κώστας Μαυρομμάτης. Πέρασαν χιλιάδες παιδιά από τα χέρια του που σ’ αυτόν οφείλουν να κάνουν σήμερα έστω έναν πολλαπλασιασμό ή μια διαίρεση. Θυμάται με νοσταλγία τα χρόνια μιας ζωής στο Γυμνάσιο, το Πανεπιστήμιο, καθηγητής ύστερα και σταματάει συχνά για να μας πει «υπάρχουν δάσκαλοι καλύτεροι από μένα». Ίσως να έχει δίκαιο. Πολλοί καθηγητές και δάσκαλοι πρόσφεραν πολλά, αλλά είναι αδύνατο όλους αυτούς τους ανθρώπους να τους βρεις, να μιλήσεις μαζί τους, για τόσο ενδιαφέροντα πράγματα σαν κι αυτά που μας λέει ο Κώστας Μαυρομμάτης.
Δεν ξέρω αν βρω κάποτε το χρόνο τα ιδώ το Φεγγάρι, τα αστέρια, να ερευνήσω ένα άλλο ηλιακό σύστημα, να μαγευτώ από τις χαρές που έχει νιώσει ο καθηγητής μας και να φαντασθώ ότι μπορώ να ζήσω σε έναν υπόγειο κόσμο, που ίσως διαμορφωθεί στα έγκατα του Φεγγαριού. Είναι τόσο άγνωστα αυτά, τόσο μαγικά.
- Κύριε Μαυρομμάτη πού γεννηθήκατε και πότε ήρθατε στο Βόλο;
Γεννήθηκα στα Κανάλια Κρδίτσας, το 1935. Στο Βόλο ήρθα το 1964, ως εκπαιδευτικός παίρνοντας μετάθεση από τον Τίρναβο. Όπως είναι γνωστό, εμείς οι Καρδιτσιώτες είχαμε και συνεχίζουμε να έχουμε βαθύτατη συμπάθεια με το Βόλο. Σ’ αυτό συνέβαλε, κυρίως ο σιδηρόδρομος, που συνέδεε τις δύο πόλεις παλαιότερα, καθώς επίσης και το λιμάνι, αλλά και το Πήλιο που έλκυε τους συμπολίτες μου.
- Είχατε ξανάρθει στο Βόλο;
Είχα έρθει στα μαθητικά μου χρόνια, την περίοδο δηλ. του 1948 – 1950, τότε που στην Καρδίτσα αντιμετωπίζαμε μεγάλο πρόβλημα με την ταραχώδη εκείνη περίοδο. Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός εκείνη την εποχή, γι’ αυτό ήταν λίγο επίφοβο να μένουμε σ’ εκείνα τα μέρη, οπότε αποφασίσαμε να έρθουμε στο Βόλο. Εγώ πήγα δυο χρόνια στο 2ο Γυμνάσιο, όπου είχα καθηγητές τον αείμνηστο Μιχαήλ Τσίλαγα, τον Δημήτριο Οικονομίδη, τον Παύλο Κουντούρη και άλλους.
- Πώς ήταν η ζωή στα Κανάλια Καρδίτσας;
Η ζωή εκεί ήταν καθαρά αγροτική κατά βάση. Κύρια απασχόλησή μας ήταν η καλλιέργεια του καπνού. Το όργωμα του χωραφιού, το φύτεμα, το μάζεμα και τα παρεπόμενα αυτών.
- Πηγαίνατε στα χωράφια εσείς;
Βεβαιότατα πήγαινα στα χωράφια, αφού ήμασταν αγροτική οικογένεια κατά κόρο. Οφείλω δε να πω ότι η ζωή του καπνού ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Οι γονείς μας, τότε μας έλεγαν: «Μάθετε γράμματα για να γλιτώσετε από αυτή την τυράγνια». Έτσι εμείς μάθαμε γράμματα. Θυμάμαι, μάλιστα ότι στο Δημοτικό είχαμε έναν πολύ καλό δάσκαλο, τον αείμνηστο Σπύρο Κατέρη.
- Τον θυμάστε με νοσταλγία;
Ναι, φυσικά. Και μάλιστα τον τιμήσαμε όλοι εμείς οι Καναλιώτες που περάσαμε από τα χέρια του, εδώ στο Βόλο, αλλά και οι υπόλοιποι στο χωριό. Και αυτό γιατί χάρη σ’ αυτόν μάθαμε πραγματικά γράμματα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πόσο καλά μας δίδαξε τη γραμματική εκείνης της εποχής. Ήταν ανεπανάληπτος. Στη συνέχεια φοίτησα στο Γυμνάσιο Φαναρίου και έπειτα στο πρακτικό τμήμα της Καρδίτσας, επειδή είχα κλίση προς τα θετικά μαθήματα. Ύστερα ακολούθησε το Πανεπιστήμιο.
- Στο χωριό είχατε ρολόγια;
Στο χωριό οι άνθρωποι δεν είχαν ρολόγια. Ο πατέρας μου είχε ένα ρολόι της τσέπης. Εμείς πάντως είχαμε ένα μεγάλο ρολόι τραπεζιού, που όταν χαλούσε το επισκευάζαμε και έτσι ξέραμε την ώρα. Λειτουργεί μέχρι και σήμερα ακόμη. Γενικά, όμως, οι Καναλιώτες δεν είχαν παρά ελαχιστότατα ρολόγια και θυμάμαι ότι οι γείτονες πολλές φορές φώναζαν τη μητέρα μου «Τι ώρα είναι κυρία Όλγα»:
- Στα Κανάλια υπήρχε πολιτιστική κουλτούρα;
Ναι, υπήρχε. Π.χ. το χωριό μας είχε τη Φιλοδασική Ένωση», η οποία ασχολούνταν με την αναδάσωση, αλλά παράλληλα έκανε και πολιτιστικό έργο. Θυμάμαι, μάλιστα ότι πριν από το 1940 είχαν παρουσιαστεί στο χωριό πολλά θεατρικά έργα, μέσα στα καφενεία, τα οποία συνεχίστηκαν και επί Κατοχής, αλλά και μετέπειτα με την ΕΠΟΝ, η οποία παρουσίαζε θεατρικά έργα επίσης στα καφενεία του χωριού. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα Κανάλια έχουν Δανειστική Βιβλιοθήκη από το 1945, η οποία αριθμεί σήμερα πάνω από 1000 βιβλία. Ακόμη το χωριό έχει Πολιτιστικό Κέντρο και Εκθεσιακό Κέντρο, το οποίο μάλιστα ιδρύθηκε από το Σύλλογο Καναλιωτών του Βόλου, έχει Λαογραφικό Μουσείο κ.λπ.
- Όλα αυτά δημιουργήθηκαν από τους Καναλιώτες που ζουν εκτός του χωριού;
Ναι, ακριβώς, από τους Καναλιώτες του Βόλου. Σήμερα στο Βόλο κατοικούν 175 οικογένειες Καναλιωτών. Γι’ αυτό και μας υπολογίζουν και οι Δήμαρχοι. Είμαστε αρκετά μεγάλη κοινότητα μέσα στην πόλη του Βόλου.
- Πώς θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια στα Κανάλια;
Κοιτάξτε, τα παιδιά είναι πάντα παιδιά. Βρίσκαμε την ευκαιρία να κάνουμε το μπανάκι μας στις χαβούζες, στις στέρνες, να πάμε για κούνια, να παίξουμε μπάλα, στο προαύλιο του σχολείου μας, όπου ο δάσκαλός μας ο Σπύρος Κατέρης δεν μας άφηνε να παίξουμε γιατί κινδύνευε να ξεραθεί ο κεντρικός πλάτανος, από τα πολλά κτυπήματα της μπάλας. Ένας πλάτανος που πράγματι διατηρήθηκε μέχρι σήμερα φούντωσε και θέριεψε, σε σύγκριση με τότε, που ήταν καχεκτικός. Επίσης παίζαμε στον Αϊ Λια, στο Παλικόπρι, στο πλάι και αλλού. Τα ζήσαμε αρκετά καλά τα παιδικά μας χρόνια, παρά την τυράγνια που είχαμε λόγω του καπνού.
Ξέραμε στο καπνό, ότι θα ξυπνήσουμε μόλις ανατείλει το «αστέρι», ο Αυγερινός, και σαν στρατιά κάθε πρωί, από τι 2 ώρα μέχρι τις 4 τα χαράματα, πηγαίναμε όλοι οι Καναλιώτες στα χωράφια, για να σπάσουμε νωρίς τα φύλλα από τις καπνόριζες, Γιατί αργότερα, όταν έβγαινε ο Ήλιος μαράγκιαζαν τα φύλλα και κολλούσαν στα χέρια κατά το μάζεμα.
- Από ποια ηλικία αρχίσατε να πηγαίνετε στα χωράφια;
Από πιτσιρίκια 4ων ετών, τουλάχιστον. Μας έπαιρναν οι γονείς μας στα χωράφια για να τους βοηθήσουμε και όχι για να μάθουμε τη δουλειά. Όλοι μας ήθελαν επιστήμονες.
- Ήταν φτωχικά εκείνα τα χρόνια;
Πολύ φτωχικά. Μόνο κάθε χρόνο πληρώναμε τους μπακάληδες, από όπου ψωνίζαμε. Μάλιστα ο καπνός που βάζαμε, κάποιες φορές δεν έφθανε ούτε για να ζήσουμε. Μας έμενε χρέος και για την επόμενη χρονιά. Είναι γνωστή η φράση στο χωριό προς του μπακάληδες: «Άντε γράψ’το και στο καπνό θα σε πληρώσω».
Υπήρχαν άνθρωποι εκείνα τα χρόνια, που δεν πήγαιναν στην εκκλησία, γιατί δεν είχαν ένα πενηνταράκι για να πάρουν και να ανάψουν ένα κερί. Δηλ. έμειναν «πανί με πανί» που λέμε. Μάλιστα όταν κάποια παιδιά σπούδαζαν και έπαιρναν υποτροφία, τα μισά από τα χρήματα της υποτροφίας τα έδιναν στους γονείς τους. Ήταν φτωχικά τα χρόνια εκείνα, αλλά παράλληλα και όμορφα και ηρωικά.
- Οι γονείς σας αγόραζαν παιχνίδια;
Ποια παιχνίδια; Τότε είχαμε αυτοσχέδια παιχνίδια: τι φούρκες με το λάστιχο, τα στεφάνια, τα «σκατούλια», τη μπαλωματένια τόπα και άλλα. Εκείνοι που είχαν μπάλα στο χωριό ήταν όλοι και όλοι δύο και θεωρούνταν προνομιούχοι.
- Ζηλεύατε;
Όσο να’ ναι εμείς οι φτωχότεροι ζηλεύαμε. Υπήρχαν 3 – 4 οικογένειες που ήταν κάπως ευκατάστατες, στις οποίες ο πατέρας ήταν ράφτης και έβγαζε επί πλέον από τα ραφτικά. Υπήρχαν και άλλοι που είχαν 40 – 50 στρέμματα χωράφια, ενώ εμείς δεν είχαμε ούτε τα μισά. Οι πιο εύποροι εκείνη την εποχή ήταν ο μπακάλης, ο ράφτης, ο μεγαλοκτηματίας και ο τσαγκάρης. Βέβαια υπήρχαν αρκετοί ραφτάδες και τσαγκάρηδες στο χωριό όπως επίσης και 6 – 7 μπακάλικα. Ακόμη υπήρχαν 4 – 5 καφενεία, τα οποία γέμιζαν πάντα.
Ως κέντρο του χωριού θεωρούνταν η πλατεία με τις 4 βρύσες, σε μια περίοδο που το νερό ήταν δυσεύρετο. Το βράδυ, λοιπόν, επιστρέφοντας οι κοπέλες από τη δουλειά, έπρεπε να πάρουν νερό από τη βρύση, οπότε μαζεύονταν όλες μαζί εκεί. Γι’ αυτό και οι άντρες γυρόφερναν στην πλατεία, όπου γίνονταν το λεγόμενο νυφοπάζαρο. Έτσι, εκείνες που ήταν κατά κάποιον τρόπο ερωτευμένες, προσπαθούσαν να μείνουν όσο γινόταν πιο πίσω για να πάρουν νερό, ώστε να βλέπουν όσο γινόταν περισσότερο τον άνδρα που αγαπούσαν. Με τον τρόπο αυτό γίνονταν οι γνωριμίες μεταξύ των νέων. Αλλά και στα χωράφια, και στην εκκλησία, ιδιαίτερα κατά τις γιορτές οπότε και οι δυο εκκλησίες ήταν γεμάτες κόσμο.
- Αποτέλεσε ανακούφιση για εσάς το ότι πήγατε στην Αθήνα για σπουδές;
Από τη μια πλευρά ήταν πραγματικά μια ανακούφιση, αλλά από την άλλη, εμείς οι φοιτητές φροντίζαμε να τελειώνουμε γρήγορα τις εξετάσεις μας, ώστε τα Καλοκαίρια να βοηθάμε την οικογένεια. Ιδιαίτερα, μάλιστα εγώ, που είχα χάσει και τον πατέρα μου από το 1951, έπρεπε να βοηθάω τη μάνα μου, η οποία σαν ηρωίδα δούλευε και συντηρούσε την οικογένειά μας. Αξίζει να σημειώσω, ότι η μητέρα μου ζει ακόμη όντας σε ηλικία 93ών ετών.
- Οι σπουδές στην Αθήνα;
Ήταν δύσκολα τα πράγματα. Τρώγαμε στη Λέσχη. Όσον αφορά το σπίτι, νοικιάσαμε ένα υπόγειο, όπου μέναμε 4- - 5 άτομα, μαζί σε ένα δωμάτιο. Για θέρμανση είχαμε μια κεντρική σόμπα που ζέσταινε όλα τα δωμάτια. Υπήρχαν φορές που μαγειρεύαμε όλοι μαζί. Αλλά άλλες φορές συμφωνούσαμε, άλλες όχι. Πηγαίναμε στη οδό Αθηνάς, όπου γινόταν το παζάρι, και ψωνίζαμε, μεταφέροντας τα ψώνια μας ύστερα με καροτσάκι.
Ακόμη πηγαίναμε ποδαράτοι στο Πανεπιστήμιο, κάνοντας μια περίπου ώρα για να φθάσουμε. Δεν είχαμε χρήματα για το τραμ και σπάνια πηγαίναμε μ’ αυτό στη σχολή. Βέβαια, τότε, είχαμε να πληρώσουμε και εγγραφές και δίδακτρα και εξέταστρα. Θυμάμαι ότι ένας φίλος μου, από το χωριό, συγγραφέας σήμερα, έζησε την εξής εμπειρία, Ο πατέρας του αναγκάστηκε να πωλήσει το βόδι του, για να κάνει την εγγραφή στο 1ο έτος Υπήρξαν και άλλοι που πούλησαν ακόμη και χωράφια. Γι’ αυτό και σήμερα λένε ότι τα Κανάλια βγάζουν επιστήμονες. Ενώ κάποια άλλα χωριά της περιοχής βγάζουν χωροφύλακες και παπάδες. Και πάντα στο Γυμνάσιο Φαναρίου οι αριστούχοι μαθητές ήσαν Καναλιώτες.
Έχει μια παράδοση στα γράμματα το χωριό μας. Μάλιστα τα Κανάλια ήταν αρχαιοπρεπή αν κρίνει κανείς από τα ονόματα των κατοίκων του: Καλλίστρατος, Πυθαγόρας, Καλλικράτης κ.λπ. Αυτό γίνεται εξ αιτίας του ότι οι Καναλιώτες ήταν μορφωμένοι έχοντας παράλληλα και μια αρχαιολατρία.
- Όσο είσαστε φοιτητής, με τι άλλο ασχοληθήκατε, εκτός από τα μαθήματα;
Κυρίως με τα πολιτιστικά. Πηγαίναμε στο Βασιλικό (Εθνικό) θέατρο, όπου πληρώναμε μισό εισιτήριο. Δεν χάναμε παράσταση για παράσταση. Θέατρο πηγαίναμε τακτικά. Κινηματογράφο όχι και τόσο. Αγοράζαμε την Κυριακή το «Βήμα» ή την «Καθημερινή» και βλέπαμε τα πολιτικά νέα, μαθαίναμε που έχει ομιλίες και πηγαίναμε να τις ακούσουμε, έστω και αν ήταν στον Πειραιά.
- Σας άρεσε δηλ. να ακούτε, να προβληματίζεσθε, να μαθαίνετε.
Πάρα πολύ. Όταν ήμασταν φοιτητές, είχαμε το Κυπριακό. Δεν λείπαμε από κανένα συλλαλητήριο. Βέβαια, χάναμε κάποια μαθήματα, αν και η παράδοση, τότε, δεν ωφελούσε και πολύ, αφού δεν είχαμε βιβλία. Τότε διαβάζαμε από σημειώσεις «καλών» φοιτητών. Έτσι μπόρεσα και πέρασα.
Αλλά το Κυπριακό, τότε, μας είχε συνεπάρει όλους. Κύπρος και πάλι Κύπρος. Είχαμε και κυπρίους συμφοιτητές με τους οποίους κάναμε παρέα, ήμασταν φίλοι. Βέβαια οι διαδηλώσεις που κάναμε ήσαν ειρηνικές, αφού, να φαντασθείτε, ως όπλα είχαμε τα νεράντζια. Θυμάμαι μάλιστα μια διαδήλωση στην οποία κατάφερα να ξεφύγω από τα γκλοπς των αστυνομικών, περνώντας μέσα από ένα καραγιαπί, στο άλλο παράλληλο δρόμο.
Υπήρχα, όμως και τότε κάποιοι αναρχικοί. Θυμάμαι κάποιον που έσπαζε τα τζάμια ενός αυτοκινήτου και ισχυριζόταν ότι: «αν δεν γίνουν και μερικά τέτοια, δεν πρόκειται να μας πάρουν στα σοβαρά». Χωρίς, όμως, να χύνεται αίμα. Μόνο ξύλο έπεφτε. Μερικοί είχαν την γνώμη ότι πρέπει να γίνουν και κάποιες καταστροφές για να συνειδητοποιήσουν οι αρμόδιοι ότι δεν παίζουμε.
- Δικαιολογείτε δηλ. σήμερα αυτούς που σπάζουν τζάμια στις διαδηλώσεις;
Δυστυχώς, εσείς οι δημοσιογράφοιαυτά βλέπετε. Η νεολαία ήταν πάντα δυναμική, επαναστατική. Ήθελε πάντα το καλύτερο. Δεν νομίζω ότι η σημερινή νεολαία έχει διαφορές από εκείνη της γενιάς μου, σ’ αυτόν τον τομέα. Ήταν και παραμένει λίγο αναρχική. Και σήμερα οι μαθητές μου έκαναν συλλαλητήριο, στο οποίο τους ζήτησα να μπω μπροστά (γέλια). Γενικότερα, όμως, ήμουν αντίθετος με τις καταλήψεις. Δεν βοηθούν καθόλου. Αντίθετα είμαι υπέρ των συλλαλητηρίων και των διαδηλώσεων.
- Ήρθατε στο Βόλο το 1964. Πού διδάξατε;
Ήμουνα πάντα στο 1ο Λύκειο, εκτός από 5 χρόνια, που πήγα στο 1ο Γυμνάσιο Ν. Ιωνίας, ως γυμνασιάρχης.
- Θυμάστε πόσοι μαθητές πέρασαν από εσάς;
Πάρα πολλοί. Ιδιαίτερα στο 1ο Λύκειο Βόλου, όπου ήμασταν 3 μαθηματικοί, είχα πολλούς μαθητές. Ο κατάλογος βαθμολογίας γέμιζε. Η κάθε τάξη είχε σχεδόν 60 παιδιά. Υπήρχε σίγουρα πρόβλημα. Δεν μπορούσες εύκολα να τους βάλεις κάτω και να τους μάθεις. Ποτέ πάντως, δεν είχα πρόβλημα με τις αταξίες των μαθητών μου, ίσως επειδή ήμουν μαθηματικός.
Από τα πρώτα χρόνια της διδασκαλίας μου, ήμουν πολύ φίλος με τους μαθητές μου. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις εκδρομές έπαιζα μπάλα μαζί τους. Εξάλλου ήμουν νέος, τότε, μόλις 30 χρονών. Και είχα μόλις 10 έως 15 χρόνια διαφορά με τα παιδιά.
- Τα παιδιά του Βόλου ήσαν έξυπνα, όσον αφορά τα μαθηματικά;
Και βέβαια ήταν. Αν και στην αρχή, ιδιαίτερα στο 1ο Γυμνάσιο υπήρχε μια κακή φήμη. Η αλήθεια είναι ότι στις αρχές του 1970 άρχισε να ανατρέπεται αυτή η φήμη. Η φήμη αυτή είχε επικρατήσει, επειδή, στο 2ο Γυμνάσιο υπήρξε διευθυντής για χρόνια ο Δημήτριος Οικονομίδης, μια πολύ μεγάλη προσωπικότητα, το 1ο Γυμνάσιο υστερούσε σε διευθυντές. Αργότερα, όμως, όταν στο 1ο Γυμνάσιο ανέλαβε διευθυντής ο Τιμολέων Ζήσης, διδάκτωρ της φιλοσοφίας, αλλά και μετέπειτα ο Μάριο Μαργαρίτης, ο Ευάγγελος Κόρρος, ο Κωνσταντίνος Αβραμίδης και τέλος εγώ, όλοι βοηθήσαμε αρκετά. Έτσι πιστεύω ότι από τη 10ετία του 1970 πήραμε την «άνω βόλτα» στο 1ο Λύκειο. Αλλά και πρωτύτερα είχαμε επιτυχίες. Θυμάμαι ότι το 1964, στο πρακτικό τμήμα είχαν πετύχει οι περισσότεροι στις ανώτατες σχολές.
- Θυμάστε τους μαθητές σας;
Πάρα πολλούς, ιδιαίτερα εκείνους των πρώτων χρόνων. Με έχουν καλέσει μάλιστα επανειλημμένως και στις συνεστιάσεις τους, όπου ξαναθυμηθήκαμε τα παλιά. Θυμάμαι, κυρίως τους μαθητές πριν από τη 10ετία του 1970. Συγκεκριμένα, αυτοί που μου έρχονται στο νου τώρα είναι ο Δερβένης, ο Δαμασιώτης, φιλόλογος σήμερα, ο Μίχος, συνδικαλιστής, ο οποίος μάλιστα είναι και ιδιόρρυθμος, αλλά και με πολλές αρετές, ο Κορομηλάς, επίσης, ο διαιτητής ποδοσφαίρου, ο Τουλουμάκος, ο συγκοινωνιολόγος και πολλοί άλλοι.
- Τα παιδιά που δεν καταλάβαιναν τα μαθηματικά σας κούραζαν;
Ενδιαφερόμουν πολύ περισσότερο για τα παιδιά αυτά, χωρίς, βέβαια να παραμελώ και τους καλούς μαθητές. Τους βοηθούσα όσο μπορούσα. Κατ’ αρχάς τους παρότρυνα να διαβάζουν λίγο περισσότερο, ενώ έβαζα και συχνά ολιγόλεπτα απλά τεστ, στην ουσία για να βοηθηθούν οι αδύνατοι, αν και τα παιδιά δυσανασχετούσαν μ’ αυτό. Τότε έβλεπες να ξεπετάγονται κρυφά ταλέντα, που δεν συμμετείχαν και πολύ στην παράδοση.
- Ναι, τότε δεν βάζατε μεγάλους βαθμούς.
Α! Εγώ έβαζα μεγάλους βαθμούς, παρότι οι καθηγητές εκείνης της γενιάς δεν έβαζαν. Τότε υπήρχε η νοοτροπία ότι το 18 ήταν για τον άριστο μαθητή, το 19 για τον καθηγητή και το 20 για το Θεό. Εγώ, όμως έβαζα μέχρι και 20, ενώ σπάνια έβαζα χαμηλούς βαθμούς. Για παράδειγμα ένας μαθητής που μου έγραφε 3, 4, 5, μπορεί στο γραπτό να του έβαζα το βαθμό αυτό, αλλά σε συμψηφισμό με τα προφορικά του, έβαζα τουλάχιστον 7 ή 8, στο πρώτο τρίμηνο για να μην απογοητευθεί.
- Λυπόσασταν όταν αφήνατε κάποιον μαθητή στην ίδια τάξη;
Πάρα πολύ. Πάντα κοίταζα να συνεργάζομαι με τον φιλόλογο να τον περάσει εκείνος εφόσον σε μένα ήταν αδύνατο να περάσει.
- Κάνετε ιδιαίτερα, τότε;
Μου είχε ζητηθεί αρκετές φορές να κάνω, αλλά είχα μια αρχή: Να μην κάνω ποτέ. Κάποιες φορές έκανα ιδιαίτερα, αλλά άνευ χρημάτων σε παιδιά συγγενών ή φίλων. Είτε στο σπίτι μου, είτε στο σπίτι του μαθητή. Αλλά μιλάμε για ένα ιδιαίτερο το χρόνο.
- Πώς κρίνετε τα σημερινά ιδιαίτερα;
Δεν τα θεωρώ σωστά. Από τότε μάλιστα και ως καθηγητής και ως διευθυντής έκανα παρατηρήσεις σε καθηγητές που μάθαινα ότι έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα. Τους έλεγα: «Καταλαβαίνω ότι ο μισθός δεν επαρκεί, ειδικά όταν έχετε και παιδιά να σπουδάσετε, αλλά δεν είναι σωστό να κάνετε ιδιαίτερα και μάλιστα στους μαθητές σας. Κάνετε, εν ανάγκη σε παιδιά εκτός του σχολείου μας». Ξέραμε, τότε, λίγο πολύ, ποιοι συνάδελφοι έκαναν ιδιαίτερα, γι’ αυτό και στις εξετάσεις φρόντιζα τα θέματα που θα μπουν να μην έχουν διαρρεύσει στους μαθητές. Ακόμη, όμως δεν έχω καταλάβει πώς ο μακαρίτης φροντιστής – μαθηματικός Ρηγόπουλος, κατάφερνε να μαθαίνει τα θέματα και να τα δίνει στους μαθητές του φροντιστηρίου του. Την επόμενη μέρα τα ήξεραν όλοι (γέλια). Ο οποίος, όμως, Ρηγόπουλος, ήταν καλός μαθηματικός και είχε τη δυνατότητα να καταλαβαίνει στο τι θέματα θα βάλω. Κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση.
- Τότε οι εξετάσεις ήταν πιο δύσκολες από τις σημερινές;
Σίγουρα, ναι. Εφόσον σήμερα πετυχαίνουν ένας στους, δύο ή ένας στους τρεις. Στα δικά μου τα χρόνια είχαμε δώσει εξετάσεις 600 υποψήφιοι και πετύχαμε 27 στο μαθηματικό Θεσσαλονίκης. Εγώ την περίοδο εκείνη είχα δώσει και στο μαθηματικό Αθηνών, καθώς και στις γεωπονικές σχολές και πέτυχα σε όλες. Λίγο έλειψε δε να γίνω γεωπόνος, αν δεν μου έπαιρνε την υποτροφία από τον Οργανισμό Καπνού, κάποιος άλλος. Αλλά η μεγάλη αγάπη μου ήταν τα μαθηματικά. Γι’ αυτό έγινα μαθηματικός.
- Γιατί επιλέξατε αυτόν τον κλάδο;
Τα μαθηματικά είχαν μια ιδιαίτερη μαγεία στο είναι μου. Ως μαθητής είχα τα βιβλία του Κανέλλου, του Πάλλα, του Παπαδημητρίου, του Νικολάου, ο οποίος ήταν και συγχωριανός μου. Ειδικά η Μεγάλη Γεωμετρία του ήταν πολύ σπουδαία, ανεπανάληπτη. Όταν κάθεσαι να λύσεις μια άσκηση, νιώθεις το άγνωστο να σε κατακλύζει. Όταν κατορθώσεις και την λύσεις έρχεται αυθόρμητα η ανακούφιση και η χαρά της επιτυχίας.
- Σου αρέσει το άγνωστο;
Πραγματικά μου αρέσει πολύ. Ίσως γι’ αυτό ακολούθησα και την αστρονομία.
- Πότε αρχίσατε να ασχολείσθε με την αστρονομία;
Παιδιόθεν. Το 1943, όταν ήμουν 8 ετών, έγινε ο μεγάλος βομβαρδισμός του χωριού μας. Δεκατρία εχθρικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν επί μία ώρα, ίσως λόγω των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή. Το ισοπέδωσαν. Πολλοί νεκροί και τραυματίες Ήταν, θυμάμαι 15αύγουστος, Το χωριό πανηγύριζε και ήταν γεμάτο κόσμο από όλα τα γύρω χωριά, ακόμη και από την Καρδίτσα.
Τις επόμενες μέρες κοιμόμασταν έξω στο ύπαιθρο, μακριά από το χωριό, φοβούμενοι επανάληψη του βομβαρδισμού. Εκεί, λοιπόν, στο αμπέλι που μέναμε τα βράδια, παρατηρούσα τον ουρανό και σκεπτόμουν ότι η Γη είναι στρόγγυλη και βρίσκεται στο Διάστημα. Άρα μπορεί κάποια στιγμή να πέσουμε και να βρεθούμε στο χάος. Τότε με έπιανε σύγκρυο και άρχισα να φοβάμαι (γέλια).
Από τότε λοιπόν, από τα 8 μου χρόνια, μου ήρθε η ιδέα να ερευνήσει αυτό το άγνωστο χάος και άρχισα να ασχολούμαι με την αστρονομία. Και ύστερα συνέχισα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, όπου διάβαζα με πολύ ενδιαφέρον τα αστρονομικά θέματα που έπεφταν στα χέρια μου.
- Αγοράζατε περιοδικά σχετικά με τα άστρα;
Ακριβώς. Ως μαθητής έπαιρνα το «Ήλιο». Παρά την οικονομική ανέχεια και παρότι στην 7η και 8η τάξη ήμουν στο πρακτικό τμήμα του Γυμνασίου Καρδίτσας, πηγαίναμε στην φθηνότερη ταβέρνα του Ασκητή, για να φάμε φασουλάδα, ώστε να μας περισσεύουν κάποια χρήματα να αγοράσω τον «Ήλιο» και να διαβάζω τα αστρονομικά νέα του.
- Από τότε, λοιπόν, αρχίσατε να ασχολείσθε πραγματικά;
Ναι, από τότε, αλλά συνέχεια και στο Πανεπιστήμιο. Ήμουν τακτικός θαμώνας του Αστεροσκοπείου Αθηνών και αργότερα του αστεροσκοπείου Πεντέλης. Αλλά και μετέπειτα όταν ήλθα στο 1ο Λύκειο και είχαμε γυμνασιάρχη τον Τιμολέοντα Ζήση, το 1967, του ζήτησα, αν είναι δυνατό, να αγοράσουμε ένα τηλεσκόπιο, για να μας χρησιμεύσει στο μάθημα της Κοσμογραφίας. Η απάντησή του ήταν «καλά, θα δούμε».
Έφθασε ο Δεκέμβριος και έγινε ο απολογισμός της Σχολικής Εφορίας, κατά τον οποίο περίσσευαν χρήματα για το τηλεσκόπιο, το οποίο είχε 5.000 δρχ. (Για σύγκριση, ο μηνιαίος μισθός του καθηγητή, τότε, ήταν 2.000 δρχ. περίπου). Δεν χάνω καθόλου καιρό και μεταβαίνω στην Αθήνα με δικά μου έξοδα, έμεινα το βράδυ σε ένα ξενοδοχείο και την άλλη μέρα επισκέφθηκα έναν αντιπρόσωπο ιαπωνικών τηλεσκοπίων, όπου είχαμε κάνει την παραγγελία. Παραλαμβάνω το τηλεσκόπιο για το 1ο Λύκειο, που ήταν το πρώτο τηλεσκόπιο σχολείου, όχι μόνο για το Βόλο, αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα.
- Υπάρχει σήμερα το τηλεσκόπιο αυτό;
Βεβαίως υπάρχει και είναι μάλιστα το πιο εύχρηστο. Μ’ αυτό θα δούμε την ερχόμενη Κυριακή τη Σελήνη, τον Άρη και το Δία. Είναι ένα τηλεσκόπιο με φακό 5 εκατοστών, το οποίο έχει μεγάλη ευκρίνεια σε κοντινές πλανητικές αποστάσεις. Αργότερα, βέβαια, αγοράσαμε και άλλα 2 – 3 τηλεσκόπια και έτσι το 1ο Λύκειο είναι πλήρως εξοπλισμένο.
- Τι είναι αυτό που παρακολουθείτε όταν σκοπεύετε στον ουρανό.
Κοιτάξτε, εσείς βλέπετε κάποια φωτεινά σημεία στον ουρανό, τα αστέρια δηλ. Εμείς κοιτάζουμε τα αστέρια και τα βλέπουμε με διαφορετικά χρώματα, Το ένα αστέρι μοιάζει να είναι μπλε, το άλλο μοιάζει να είναι κόκκινο. Έτσι έχουμε τους φασματικούς τύπους των αστέρων. Υπάρχουν πολλές μεταβολές. Τον Ήλιο π.χ. εσείς τον βλέπετε ολόλαμπρο. Αν όμως, τον παρατηρήσετε με το τηλεσκόπιο, θα ιδείτε ότι έχει κηλίδες.
Θυμάμαι μια χρονιά, όταν ήμουν διευθυντής στο 1ο Λύκειο, υπήρχε μια ομάδα μαθητών που αγαπούσε την κοσμογραφία και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον Ήλιο. Μόνοι τους έστηναν το τηλεσκόπιο μετά το τέλος των μαθημάτων και παρατηρούσαν τον Ήλιο. Έβλεπαν τη μια μέρα μια κηλίδα, την άλλη μέρα περισσότερες.
- Τι είναι οι κηλίδες;
Οι κηλίδες είναι υλικό του Ήλιου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι φυσαλίδες του βρασμού, οι οποίες άλλοτε μεγαλώνουν και άλλοτε μικραίνουν. Εκτοξεύονται προς τα έξω, οπότε φεύγουν από την κύρια πηγή θερμότητας της επιφάνειας του Ήλιου, των 6.000 βαθμών Κελσίου και πέφτουν στις 4.000 – 5.000 βαθμών, μια διαφορά που εμφανίζεται ως κηλίδα, Στην ουσία δεν είναι μαύρη, αλλά έχει λαμπρότητα και αυτή. Επειδή, όμως η επιφάνεια του Ήλιου είναι πιο λαμπρή, αυτή παρουσιάζεται ως αμυδρή. Είναι όπως ένα κερί που το βάζουμε μπροστά σε φωτεινή λάμπα και φαίνεται σκοτεινό.
- Φαντασθήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω σε αστέρι ή στη Σελήνη να παρακολουθείτε τη Γη;
Από όσα διαβάζω, κάπου – κάπου φαντάζομαι τι θα έκανα αν ήμουν εκεί. Εξάλλου από τη Σελήνη, η Γη φαίνεται, όπως από τη Γη το Φεγγάρι. Είναι βέβαια μεγαλύτερη, αλλά έχει και αυτή φάσεις, ανάλογα με το πού βρίσκεται κάθε φορά ο Ήλιος. Αν η Σελήνη βρίσκεται στη Δύση και ο Ήλιος στην ανατολή, τότε η Γη από τη Σελήνη θα φαίνεται ελάχιστα. Έτσι τη φωτογράφισαν οι αστροναύτες.
Η Γη είναι ένας γαλάζιος πλανήτης. Κυριαρχεί το γαλάζιο χρώμα, τόσο από την ατμόσφαιρα του ουρανού της, όσο και κυρίως από τη γαλάζια θάλασσα. Ενώ ο Άρης, για παράδειγμα, είναι ο κόκκινος πλανήτης, εφόσον εκεί στην επιφάνειά της κυριαρχεί το διοξείδιο του άνθρακα, που έχει κοκκινωπό χρώμα.
- Σας προβλημάτισε καθόλου το γεγονός ότι η Γη είναι ο μόνος πλανήτης που έχει θάλασσα νερό;
Η Γη, κατά τη δημιουργία του ηλιακού μας συστήματος βρέθηκε στην κατάλληλη θέση, για να μπορέσει να δημιουργήσει ζωή, λόγω του νερού και της φωτοσύνθεσης. Αν ήταν λίγο πιο έξω ή πιο μέσα η τροχιά της, θα καταντούσε σαν τους άλλους πλανήτες.
- Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες
Στο δικό μας ηλιακό σύστημα, όχι, δεν υπάρχει ζωή σε κανέναν άλλο πλανήτη. Ίσως σε πλανήτες άλλων ηλιακών συστημάτων. Τα αστέρια του ουρανού είναι όλα ήλιοι και έχουν τα δικά τους ηλιακά συστήματα. Μπορεί να υπάρχουν πλανήτες και σε άλλα ηλιακά συστήματα που ίσως βρίσκονται σε παρόμοια «οικόσφαιρα» με τη Γη. Ήδη έχουμε εντοπίσει μερικά τέτοια πλανητικά συστήματα και ψάχνουμε να βρούμε τις συνθήκες που επικρατούν εκεί, αν υπάρχει ζωή, πολιτισμός, άνθρωποι σαν εμάς κ.λπ. Στέλνουμε σήματα με ακτίνες ραντάρ και περιμένουμε απαντήσεις.
- Κάποιο άλλο πλανητικό σύστημα το έχουμε εξερευνήσει καθόλου;
Ο πλησιέστερος ήλιος (αστέρας) προς εμάς είναι ο Εγγύτατος του Κενταύρου. Ψάχνουμε να δούμε εάν έχει πλανητικό σύστημα. Σε κάποιον άλλο αστέρα, όμως, έχουμε βρει έναν πλανήτη, μεγαλύτερο από το Δία, να κινείται γύρω από τον κεντρικό αστέρα. Μάλιστα κάποιες φορές τον κρύβει μπαίνοντας μπροστά του και άλλες φορές τον μεγαλώνει όταν είναι πλάι του. Έχουμε δηλ. εντοπίσει πλανητικά συστήματα και τα ερευνούμε.
- Δεν μπορούμε να πάμε εμείς εκεί;
Το πλανητικό σύστημα που στείλαμε εμείς το σήμα, απέχει 6 περίπου έτη φωτός από τη Γη. Αυτό σημαίνει ότι το φως ή το σήμα που στείλαμε θα κάνει 6 χρόνια για να φθάσει εκεί. Τα πρώτα σήματα τα στείλαμε το 1972, αλλά δεν λάβαμε απάντηση ακόμη. Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι οι αποστάσεις είναι ιλιγγιώδεις, είναι τεράστιες.
- Αυτά που λένε ότι μας επισκέπτονται τα «Ούφο»;
Αυτά η αστρονομία δεν τα απορρίπτει μεν αλλά τα μελετάει απλά. Έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το 96% αυτών αποτελούν μυθοπλασία και ότι 4% δεν μπορεί να εξηγηθεί. Θυμάστε πως είχαν ανιχνεύσει ένα πρόσωπο πάνω στον πλανήτη Άρη; Έ, λοιπόν, έστειλαν οι επιστήμονες ειδικό διαστημικό σκάφος στον πλανήτη αυτό για να ερευνήσει και είδε ότι απλώς επρόκειτο για βουναλάκια που είχαν τη μορφή ανθρώπου. Εντούτοις είχε γίνει τεράστιος θόρυβος τότε για την εικόνα αυτή.
- Θα θέλατε να ζήσετε στο Φεγγάρι, ιδιαίτερα τώρα που πουλάνε και οικόπεδα;
Μάλιστα σήμερα το Φεγγάρι άρχισε να αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον, αφού υποψιάζονται ότι υπάρχουν πάγοι, άρα και νερό. Ας μην ξεχνάμε ότι το νερό αποτελεί τον πυρήνα της ζωής, Βέβαια εκεί θα μπορεί να ζήσει κάποιος, μέσα σε κατοικίες με τούνελ, όπως μας έδειξε προ ημερών ο αστροφυσικός Νίκος Πράντζος στη διάλεξη που έκανε. Οι πρώτες τέτοιες κατοικίες θα είναι αρχικά στη Σελήνη, όπου θα αναπτυχθεί η ζωή, τα φυτά, τα ψάρια τα ζώα, οι άνθρωποι.
- Ποιες θα είναι οι κλιματολογικές συνθήκες;
Παρόμοιες με αυτές που έχουμε στη Γη. Θα κάνουμε την ατμόσφαιρα κατάλληλη, θα σκάψουμε στο υπέδαφος του Άρη, όπου υποψιαζόμαστε ότι υπάρχει άφθονο παγωμένο νερό και γενικά θα την προσαρμόσουμε έτσι, ώστε να επικρατήσουν συνθήκες κατάλληλες για την παρουσία της ζωής.
- Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θ ήθελαν να ζήσουν εκεί;
Αν κρίνουμε από τους μαθητές, όταν στον διαγωνισμό αστρονομίας αναφέρθηκε ότι οι δύο πρώτοι είναι οι τυχεροί που θα μεταβούν για να εκπαιδευθούν στη NASA, ήταν πάρα πολλοί εκείνοι που το επιδίωξαν. Όλοι αυτοί θα ήθελαν να εξερευνήσουν το άγνωστο.
- Πότε αποφασίσατε να φτιάξετε αυτό το σωματείο;
Η Εταιρεία Αστρονομίας και Διαστήματος, ήταν στην αρχή να γίνει ερασιτεχνική Εταιρεία Αστρονομίας μόνο για το Βόλο και τη Μαγνησία, αλλά τελικά, επικράτησε το παραπάνω όνομα και έγινε πανελλήνια. Τότε οι μαθητές, όπως οι Γιάννης Χαρανάς που τώρα είναι δόκτωρ αστροφυσικός στον Καναδά, μας πίεζαν να δημιουργήσουμε το Σύλλογο αυτό.
Το ενδιαφέρον, πάντως αναπτερώθηκε μετά το 1986, όταν είχε έρθει στον ουρανό μας ο κομήτης του Χάλλεϋ. Τότε είδαμε ποιοι έχουν τηλεσκόπια, γνωριστήκαμε και μεταξύ μας, και ιδρύσαμε τελικά την Εταιρεία το 1990. Επρόκειτο για την πρώτη και πολυπληθέστερη Εταιρεία (Σύλλογο) που ιδρύθηκε στην Ελλάδα. Έχουμε σήμερα 370 – 380 μέλη, σε όλη την Ελλάδα, όταν στο Σύλλογο των Αθηνών είναι μόλις 60 – 70 μέλη.
Πρόκειται, λοιπόν, για πανελλήνια Εταιρεία στην οποία περίπου 200 μέλη είναι Βολιώτες και τα άλλα 170 μέλη βρίσκονται σε ολόκληρη την Ελλάδα, στην Ευρώπη και στην Αμερική ακόμη μερικοί. Έχουμε να φαντασθείτε και έναν Πέρση, ο οποίος μας βρήκε στο διαδίκτυο και γράφτηκε μέλος μας. Του στείλαμε, μάλιστα, για ενίσχυση και βιβλία των εκδόσεών μας, και το περιοδικό «Ουρανός». Έχουμε μέλη στο Καζακστάν, στην Πορτογαλία και στη Ρωσία ακόμη, με τους; οποίους ανταλλάσσουμε μηνύματα μέσω διαδικτύου.
Μάλιστα ο κ. Χαρίτων Τομπουλίδης, ο οποίος σπούδασε στη Σουηδία, μας έδωσε συγχαρητήρια, γιατί είμαστε από τους λίγους παρόμοιους συλλόγους που υπάρχουν στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό έχουν τα μέσα περισσότερα, εμείς δεν έχουμε ούτε κάποιον χώρο, μια λέσχη, για να δείξουμε στον κόσμο τι καταπληκτικά πράγματα συμβαίνουν στο Σύμπαν.
- Γιατί δεν δημιουργήθηκε κάτι παρόμοιο και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδος.
Σιγά – σιγά δημιουργούνται και αλλού. Οι ερασιτεχνικοί σύλλογοι αυξάνονται συνεχώς. Εμείς εδώ στο Βόλο έχουμε ένα μεγάλο τηλεσκόπιο, το οποίο το στήνουμε αρκετές φορές το χρόνο για τον πολύ κόσμο. Από της ιδρύσεώς μας εκδίδουμε το περιοδικό «Ουρανός», παρά τα πολλά έξοδά του. Σίγουρα υπάρχει πολύ ενδιαφέρον. Αυτό φαίνεται και από τις μηνιαίες ομιλίες τις οποίες κάνουμε εδώ και 10 χρόνια και ειδικά όταν οι ομιλητές προέρχονται από τα Πανεπιστήμια των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.
- Πότε έγινε το ηλιακό ρολόι του 1ου Λυκείου;
Το έτος 1994, ένα έτος πριν να πάρω σύνταξη. Έγινε με τη συνδρομή πολλών φορέων του Βόλου, ακόμη και με προσωπική εργασία μερικών μελών. Ηλιακά ρολόγια υπάρχουν ακόμη, μόνο στην Αθήνα και στην Πάτρα.
- Πριν από το 1ο Λύκειο ήσαστε γυμνασιάρχης και στη Νέα Ιωνία. Ποιες οι διαφορές;
Υπάρχουν διαφορές και μεταξύ των παιδιών και μεταξύ των γονέων. Η Νέα Ιωνία αγκαλιάζει την εκπαίδευση, και αντιστρόφως. Δηλ. όλες οι εκδηλώσεις που κάναμε στο 1ο Γυμνάσιο Νέας Ιωνίας, ήταν επιτυχημένες.Δεν θυμάμαι την περίοδο 1980 – 85, να γίνονται παρόμοιες εκδηλώσεις εδώ στο Βόλο πέρα από την καθιερωμένη συνάντηση γονέων και καθηγητών για τους βαθμούς.
Αντίθετα στη Νέα Ιωνία γίνονταν και εκθέσεις και θεατρικές παραστάσεις, αλλά και παιδαγωγικές ομιλίες με πλήθος κόσμου. Οι γονείς ήταν πολύ καλοί και σέβονταν τον καθηγητή, ίσως επειδή ήσαν απόγονοι προσφύγων. Θυμάμαι όταν με επισκέπτονταν στο Γραφείο μου και τους έλεγα καθήστε να τα πούμε καλύτερα, αισθάνονταν άβολα.
Και τα παιδιά είχαν πολλή όρεξη για πρόοδο και μάθηση. Βέβαια υπήρχαν και τα παραμελημένα, τα οποία δεν μπορούσαν να συνεχίσουν. Αξίζει επίσης να πω. ότι κάναμε εκδηλώσεις και στο Ίδρυμα Ανηλίκων. Μάλιστα είχαμε και δυο καλούς μαθητές προερχόμενους από το Ίδρυμα.
Είχαμε πολύ καλές σχέσεις και με το Δήμαρχο, τον κ. Βαλαχή, ο οποίος μας πλησίαζε και ερχόταν πολλές φορές στο σχολείο. Ήταν δηλ. μια απλή κοινωνία, πολύ προσιτή και όχι κλειστή. Θυμάμαι κι εγώ τον ίδιο το Δήμαρχο στο Δημαρχείο του, για να βοηθήσω να δημιουργηθεί η μουσική μπάντα του Δήμου, με μέλη και μερικούς δικούς μας μαθητές.
- Σήμερα ποια είναι τα ενδιαφέροντά σας;
Πάνω απ’ όλα είμαι παππούς και έχω τρία εγγόνια. Τα βγάζω που και που καμιά βόλτα, Οι ηλικίες τους είναι 5, 4 και 2 ετών. Τώρα πάμε και για 4ο. Η χαρά του παππού είναι πολύ μεγάλη. Οι παππούδες είναι στην ουσία δυο φορές μπαμπάδες. Τα εγγόνια σου τα αγαπάς ακόμη περισσότερο και από τα παιδιά σου, μπορώ να πω. Αυτό είναι που με γεμίζει εσωτερικά. Βέβαια ο πρώτος εγγονός φέρει και το όνομά μου, όσο να ’ναι, καταλαβαίνετε.
- Πόσα παιδιά έχετε;
Έχω πολλά παιδιά, 5 τον αριθμό και έχουν πάρει το καθένα το δρόμο του σήμερα. Είμαστε πολύτεκνη οικογένεια.
- Δεν σας κούρασαν εσάς τα 5 παιδιά;
Όχι, καθόλου. Τα δύο πρώτα, είχαν διαφορά ηλικία σχεδόν ένα χρόνο και μεγάλωσαν μαζί, σαν να ήταν ένα. Τα δύο δεύτερα ομοίως και το 5ο αναπτύχθηκε κοντά στα άλλα. Το μικρότερο παιδί μας σήμερα είναι 28 ετών και έχει διαφορά από το μεγαλύτερο 9 χρόνια. Δεν κουραστήκαμε με τα παιδιά, ούτε εγώ, ούτε η γυναίκα μου, που ήταν μάλιστα εργαζόμενη.
Στο σπίτι, βέβαια, είχα και τη μητέρα μου, η οποία μας στήριζε, τότε, στα νιάτα μας. Θυμάμαι έπαιρνε 500 δρχ. σύνταξη για τον αστυνομικό πατέρα μου, που πέθανε το 1951, και τα έστελνε εξ ολοκλήρου σε μένα για να σπουδάσω. Αλλά και τώρα κάνει ό,τι μπορεί καλύτερο. Μετά το 1969 έμεινε μαζί μας.
- Ποια είναι η άποψή σας για την οικογένεια, σήμερα;
Η αλήθεια είναι ότι σήμερα πλέον η έννοια της οικογένειας αρχίζει να χαλαρώνει. Εγώ, ας πούμε, στο σπίτι μου έκανα και ένα δωματιάκι για τη μάνα μου. Μικρό μεν αλλά αρκετά βολικό για την ίδια. Τότε η οικογένεια ήταν σφιχτά δεμένη. Τώρα διέρχεται μια κάποια κρίση, αλλά πιστεύω ότι η ελληνική οικογένεια, τελικά θα επιζήσει. Είναι αυτές οι παλιές καταβολές που έχουμε, σύμφωνα με τις οποίες ο Έλληνας είναι γεννημένος για την οικογενειακή ζωή. Ίσως τα διαζύγια και τα άλλα μοντέρνα στοιχεία είναι εξαιρέσεις, που όμως, στηρίζουν τον κανόνα.
Η βάση δηλ. παραμένει να είναι το κύτταρο της οικογένειας, όχι όπως παλαιά, αλλά πάντως υπάρχει αυτή η σχέση: γονέας – παιδί, παππούς – εγγόνι και αντιστρόφως. Και θα συνεχίσει, πιστεύω να υπάρχει. Σ’ αυτό βέβαια υπάρχει η θρησκεία μας, η ορθοδοξία, η οποία μας ενώνει.
- Ποιος είναι ο καλύτερος φίλος σας;
Δυο είναι οι φίλοι μου: Ο ένας είναι στην Αθήνα, συγγραφέας, παιδικός μου φίλος, από τα Κανάλια, που ονομάζεται Θωμάς Ζήσης, φιλόλογος. Ο άλλος είναι αυτός που γνώρισα εδώ στο Βόλο, και ονομάζεται Κώστας Σαρδέλλης, φυσικός, πρώην γυμνασιάρχης.
- Τα λέτε όλα σ’ αυτούς;
Πραγματικά, τα λέμε όλα. Ειδικά στο Ζήση, είχαμε ακόμη και ψυχική επαφή, θα έλεγα στα παιδικά μας χρόνια. Είμασταν πολύ καλοί φίλοι από το Δημοτικό μέχρι και σήμερα ακόμη. Μια φιλία 55 χρόνων. Έρχεται στο σπίτι μου, πηγαίνω κι εγώ στο δικό του. Ανεβαίνουμε στο χωριό μαζί και τα λέμε κάθε Καλοκαίρι. Ανταλλάσσουμε γράμματα, επικοινωνούμε τηλεφωνικά. Μια φιλία η οποία παρέμεινε.
Αλλά και με τον Σαρδέλλη, έχω πολλή επαφή εδώ στο Βόλο και τα λέμε πλέον διά ζώσης. Συνεργαζόμαστε πολύ καλά και αντιμετωπίζουμε από κοινού τα προβλήματά μας, τα οικογενειακά και τα της εκπαιδεύσεως.
- Η φιλία γεμίζει τον άνθρωπο;
Νομίζω, ναι. Το να έχεις έναν επιστήθιο και καρδιακό φίλο είναι μεγάλο πράγμα. Υπάρχουν στιγμές που θέλεις κάποια συμβουλή από έναν καλό φίλο. Βέβαια πρώτη στην ιεραρχία είναι η γυναίκα μου και ύστερα ο φίλος. Μέχρι, όμως, να παντρευτώ ήταν το νούμερο ένα για μένα ο πρώτος φίλος μου. Ύστερα, εδώ στο Βόλο απέκτησα και τον δεύτερο κολλητό μου, θα έλεγα.
- Κάνετε παρέα δηλ. εδώ στο Βόλο;
Ναι, κάνουμε πολλή και καλή παρέα, ιδιαίτερα τώρα που βγήκε και αυτός στη σύνταξη, οπότε έχουμε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας. Εγώ εξάλλου έχω 5 χρόνια που συνταξιοδοτήθηκα. Όταν υπηρετούσαμε, πηγαίναμε ο ένας στο σχολείο του άλλου, και κουβεντιάζαμε διάφορα προβλήματα που συναντούσαμε, τα σχολικά και τα οικογενειακά μας ακόμη, τα προβλήματα με τα παιδιά μας, τα πάντα.
- Ο γονιός πρέπει να μαθαίνει, για να αντιμετωπίζει σωστά τα παιδιά του σήμερα;
Η κοινωνία σήμερα έχει αλλάξει, δεν τίθεται ζήτημα. Πρέπει και εμείς οι παλαιότεροι να γίνουμε λίγο πιο σύγχρονοι, λίγο πιο ανεκτικοί. Η νεολαία έχει τις δικές της ιδιορρυθμίες. Δεν πρέπει να μπαίνουμε στη ζωή των παιδιών μας, αλλά μόνο να τα παρακολουθούμε και σπάνια να επεμβαίνουμε με κάποια διάκριση, όταν χρειάζεται και σπάνια. Ας αφήσουμε τα παιδιά μας να έχουν τις πρωτοβουλίες τους και να μην τα δεσμεύουμε.
- Πιστεύετε ότι η σημερινή νεολαία είναι πιο ανεξάρτητη από τη δική σας;
Είναι οπωσδήποτε. Έχει αρκετές ελευθερίες. Πάντως κι εγώ δεν είχα δεσμεύσεις από τους γονείς μου. Ήμουν σχετικά ελεύθερος. Έκανα αυτό που θεωρούσα σωστό και καλό. Αυτό που ήθελα, δηλ. το έκανα. Γι’ αυτό και σήμερα πρέπει να αφήνουμε τα παιδιά μας ελεύθερα. Αρκεί αυτά να μην το παρατραβούν. Όχι να επεμβαίνουμε με τον βούρδουλα και με τον εξαναγκασμό, αλλά με ήπιο και παιδαγωγικό τρόπο.
- Αναγκαστήκατε ποτέ να χτυπήσετε κάποιον μαθητή;
Δεν χτύπησα ποτέ μαθητή, επειδή νευρίασα, για να ξεθυμάνω. Τουλάχιστον δεν θυμάμαι τώρα να το έκανα. Το ξύλο, από το 1961 έως το 1967, πίστευα ότι ήταν παιδαγωγικό μέσο. Αργότερα αναθεώρησα εκείνη την άποψη. Κανένα μπάτσο έτσι, που έδινα στους μικρούς της πρώτης τάξεως, τότε, ήταν απλά και μόνο για παιδαγωγικούς λόγους. Είτε γιατί έκαναν κάποια αταξία, είτε επειδή δεν ήταν επιμελείς.
Από το 1967, όμως, δεν άγγιξα κανένα μαθητή. Από τότε έκοψα και το «παιδαγωγικό» ξύλο. Προσπαθούσα να τους μιλάω και να τους φέρνω στο φιλότιμο, ιδιαίτερα κατά τα διαλείμματα, διότι θεωρούσα ότι αυτό ήταν το ιδανικότερο. Δηλ. ο λόγος, η πειθώ, φέρνει καλύτερα αποτελέσματα.
- Σας ευχαριστώ για την συνέντευξη που μου δώσατε.
Κι εγώ σας ευχαριστώ.
